Ο Μαγικός Κόσμος του παιδικού βιβλίου: Παραμυθένιες βόλτες (Η παραλία τη νύχτα)

Ο Σταμάτης Κεσόγλου ξεχωρίζει μέσα από τα έργα του και η σταδιακά ανοδική συγγραφική του πορεία τον κατατάσσει στους πλέον αξιόλογους νέους συγγραφείς της παιδικής λογοτεχνίας. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1980. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Α.Π.Θ. κι έκανε ένα μεταπτυχιακό στα λατινικά. Πάντοτε έγραφε ιστορίες αλλά δεν ήξερε αν κάποια από αυτές θα κατέληγε ποτέ στα ράφια στα ράφια μιας βιβλιοθήκης. Η πρώτη του ιστορία που τα κατάφερε να γίνει τελικά παιδικό μυθιστόρημα ήταν η «Γη της Λόρνας», που κυκλοφόρησε το 2015 από τις εκδόσεις Πατάκη και την επόμενη χρονιά βραβεύτηκε από το Ελληνικό Τμήμα της IBBY. Από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορούν και τα βιβλία του «Τη μέρα που θα ’ρθουν τα αγριοπερίστερα» (μια ιστορία που του άρεσε τόσο πολύ, που πολλές φορές προσπαθεί να θυμηθεί αν την έγραψε ο ίδιος ή μήπως την είχε ήδη γράψει κάποιο αγριοπερίστερο και του την έδωσε) και ο «Φελίξ, ένα παραμύθι και η ιστορία του κόσμου» που εικονογράφησε η Κατερίνα Σισκοπούλου (μια ιστορία για ένα αγόρι που έχει μαύρα μάτια και ζει σε μια χώρα όπου όλα έχουν γαλάζια, δηλαδή η ιστορία όλων μας).

 

Στις Παραμυθένιες Βόλτες ο Σταμάτης παρουσιάζει το βιβλίο:

«Η παραλία τη νύχτα»

Συγγραφέας: Έλενα Φερράντε

Εικονογράφηση: Μάρα Τσέρρι

Μετάφραση: Δήμητρα Δότση

Εκδόσεις Πατάκη, 2017

Παρουσίαση: Σταμάτης Κεσόγλου

 

Οι περισσότερες παιδικές αφηγήσεις που έχουν ως σκηνικό τους την παραλία αντιγράφουν τις καρτ ποστάλ: έχουν να κάνουν με βοτσαλάκια και καβουράκια, και άντε το πολύ και με κουβαδάκια. Η Έλενα Φερράντε όμως το δηλώνει εξαρχής και από τον τίτλο της ιστορίας της: σκοπός της αφήγησής της δεν είναι να υφάνει ένα ειδυλλιακό καλοκαιρινό σκηνικό, κι ακόμα κι αν η ηρωίδα της φοράει μπανιερό και μπρατσάκια κι είναι έτοιμη για το πρωινό της μπάνιο, σύντομα θα βρεθεί- και αυτή και τα κουβαδάκια της- σε άλλη παραλία. Σε μια παραλία τη νύχτα.

Μια παραλία τη νύχτα είναι φυσικά διαφορετικός τόπος από μια παραλία τη μέρα. Ο καθένας μπορεί να το καταλάβει αυτό. Και φυσικά και η Τσελίνα, η ηρωίδα αυτού του παραμυθιού, που είναι βέβαια μια εγκαταλελειμμένη πάνω στην άμμο παιδική κούκλα, διαθέτει όμως νοητικό και συναισθηματικό κόσμο ανάλογο με αυτόν των ανθρώπων. Κι αν η Φερράντε επέλεξε να κάνει ηρωίδα του παραμυθιού της μια κούκλα, δεν είναι για να απομακρυνθεί από την ανθρώπινη γεωγραφία, αλλά ίσα ίσα, για να τοποθετηθεί ακριβώς στο κέντρο της. Μια κούκλα αφημένη στην άμμο είναι πιστό αντίγραφο ενός ανθρώπου σε κατάσταση απόλυτης αδυναμίας και ανημποριάς: ακινητοποιημένος, ευάλωτος, φοβισμένος, ο άνθρωπος-κούκλα μοιάζει με παιχνίδι στα χέρια της μοίρας του.

Έτσι κι η Τσελίνα. Η μοίρα της είναι φτιαγμένη από νερό και σκοτάδι. Αν σε αυτό το σκοτάδι αθροίσουμε και τις διάφορες σκοτεινές φιγούρες που περιφέρονται στο ούτως ή άλλως νυχτερινό τοπίο, τότε καταλαβαίνουμε για τι ποσότητες σκοταδιού μιλάμε. Εξάλλου είναι και οι σκοτεινές προθέσεις των φιγούρων αυτών που κάνουν τη νύχτα να βαθαίνει: ο Κακός Ναυαγοσώστης του Δειλινού και ο βοηθός του, ο Πελώριος Τσουγκράνας, αναγνωρίζοντας τη μεγάλη ανταλλακτική αξία των λέξεων, και δη των λέξεων μιας παιδικής κούκλας, θέλουν ακριβώς αυτό, να υφαρπάξουν από την Τσελίνα τις ανθρώπινες λέξεις της και να τις πουλήσουν στο παζάρι. Και θα κάνουν ό,τι μπορούν για να το πετύχουν.

Καθώς ως αναγνώστες (μεγάλοι ή μικροί, καμία σημασία δεν έχει) διαβάζουμε τη σκηνή της «υφαρπαγής», νιώθουμε βέβαια ένα σφίξιμο στο στομάχι, αλλά συνάμα και μια γνήσια αναγνωστική ευφορία. Δεν είναι και λίγο να βλέπουμε να πάλλεται, ακριβώς στην καρδιά του κειμένου, μια τόσο ευρηματική αλληγορία: οι λέξεις είναι από παλιά το αντίδοτο στη βαρβαρότητα, το όπλο με το οποίο ο άνθρωπος κέρδισε και κερδίζει καθημερινά το στοίχημα του πολιτισμού. Χάνοντας τις λέξεις του, ο άνθρωπος χάνει ένα ζωτικό κομμάτι της ταυτότητάς του, και είναι εκτεθειμένος στις άλογες δυνάμεις της φύσης και των ενστίκτων (του). Η υφαρπαγή των λέξεων είναι το απόλυτο στράγγισμα της συνείδησης.

Αλλά βέβαια, καθώς σε αυτό το παραμύθι τίποτα δεν είναι μονοδιάστατο, υπάρχει πάντα και η άλλη όψη: δεν είναι λίγες φορές που οι λέξεις, παίζοντας το ρόλο του «ταξιθέτη» της πραγματικότητας, λειτουργούν σαν αποπροσανατολιστικές ταμπέλες. Στην περίπτωση αυτή η ίδια η γλώσσα γίνεται ένας θύλακας από στερεότυπα και προκαταλήψεις και χρειάζεται κανείς να σπάσει το κέλυφος και να φτάσει στην ουσία των πραγμάτων που (ας θυμηθούμε τον «Μικρό Πρίγκιπα») μόνο η καρδιά μπορεί να την δει. Η Τσελίνα θα κάνει αυτή τη διαδρομή. Θα αγωνιστεί για να περιφρουρήσει τις λέξεις της και συνάμα θα γίνει πιο δύσπιστη απέναντί τους: δε θα τις πιστεύει όλες, αλλά θα τις τοποθετεί κάτω από το μικροσκόπιο των πραγμάτων, προκειμένου να εξακριβώσει την αλήθεια τους.

Κι αν τα παραδοσιακά παραμύθια προϋποθέτουν σίγουρα ένα είδος πίστης σε κάποιες αξιακές σταθερές, ο αξιακός κώδικας αυτού του παραμυθιού έχει ως σημείο αναφοράς του τη δυσπιστία. Κι εδώ έχουμε προφανώς να κάνουμε με συνειδητή επιλογή της συγγραφέα: γυρνώντας την πλάτη της σε μια παραδοσιακή λειτουργία της παιδικής λογοτεχνίας- αυτή που είναι γνωστή και ως διδακτισμός- η Φερράντε μοιάζει απρόθυμη να κάνει χονδρεμπόριο απαρασάλευτων βεβαιοτήτων. Κάθε άλλο μάλιστα. Μοιάζει να αναγνωρίζει πλήρως ότι οι βεβαιότητες είναι μάλλον ατελέσφορες μέσα σε έναν κόσμο που συνεχώς μεταμορφώνεται (στο δικό μας κόσμο δηλαδή, που μοιάζει λίγο με παραλία τη νύχτα), οπότε τα πλάσματα αυτού του κόσμου (εμείς) είναι σκόπιμο να βρίσκονται (να βρισκόμαστε) σε διαρκή επαγρύπνηση, προκειμένου να εξερευνούν διαρκώς τις αμφισημίες των πραγμάτων και των λέξεων.

Ας σημειώσουμε ότι εξάλλου και η ίδια η γλώσσα του κειμένου, στη γλαφυρή μετάφραση της Δήμητρας Δότση, συντονίζεται με τις αμφισημίες του: στιβαρή αλλά και ποιητική συγχρόνως, αναγνωρίζει τις οφειλές της τόσο στο παραμύθι όσο και στην πραγματικότητα. Τα στιχουργήματα που παρεμβάλλονται στην αφήγηση φωτίζουν τις διαθέσεις των ηρώων και είναι τόσο ελλειπτικά, σα στάσιμα αρχαίας τραγωδίας. Αλλά και η εικονογράφηση της Μάρα Τσέρρι είναι πολύτιμος συνεργός στην αφήγηση της ιστορίας. Παρουσιάζοντας διάφορα καθημερινά αντικείμενα μεγεθυμένα και ζουμάροντας πάνω τους με τρόπο που να φαίνονται κάπως φοβερά και σίγουρα πιο γκροτέσκα απ’ ό,τι συνήθως, οι εικόνες του βιβλίου μας δείχνουν πόσο ο φόβος μπορεί να διογκώσει τα ίδια τα πράγματα και πόσο μπορεί τελικά να επηρεάσει η οπτική μας γωνία την αντίληψή μας για τον κόσμο που μας περιβάλλει.

Και, μιας και κάνουμε λόγο για οπτική γωνία, θα ήταν λάθος να υποθέσει κανείς ότι η οπτική γωνία της Φερράντε, καθώς αφηγείται το σκοτεινό αυτό παραμύθι, είναι ολωσδιόλου σκοτεινή. Αντίθετα: είναι μάλλον η γωνία μέσα από την οποία ένα φωτεινό βλέμμα (ξανα)βλέπει τον κόσμο. Κι ακόμα κι όταν έχει πια πέσει το σκοτάδι, το φωτεινό αυτό βλέμμα είναι έτοιμο να ανακαλύψει ήλιους θαμμένους μέσα στην άμμο. Στο κάτω κάτω, όποιος πιστεύει ότι υπάρχει ένας και μόνο ήλιος, αυτός που είναι καρφωμένος πάνω στον ουρανό, τις νύχτες είναι καταδικασμένος να δεινοπαθεί.

 

 

 

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια

Σχολίασε
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια

Μπορείτε να είστε πρώτος που θα αφήσει ένα σχόλιο

Σχολίασε

Όλα τα σχόλια
Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις απαιτούμενες πληροφορίες (*). Βασικός κώδικας HTML επιτρέπεται.