Ο Μαγικός Κόσμος του παιδικού βιβλίου: Βιβλία για νέους (Κόκκινη μεταξωτή κορδέλα)

Τίτλος: Κόκκινη μεταξωτή κορδέλα

Συγγραφέας: Lucy Adlington

Εκδότης: Εκδόσεις Διόπτρα

Μετάφραση: Αργυρώ Πιπίνη

Σελίδες: 400

 

Το πρώτο πράγμα που έκαναν Αυτοί όταν φτάσαμε ήταν να μας ξεγυμνώσουν. Λίγα μόλις λεπτά αφότου κατεβήκαμε από το τρένο, μας ταξινόμησαν σε αρσενικά και θηλυκά. Μας έχωσαν σε ένα δωμάτιο και μας είπαν να γδυθούμε μπροστά σε όλους· ούτε τα εσώρουχα δεν επιτρέπονταν. Μετά μας έκοψαν τα μαλλιά και μας έδωσαν κάτι ριγέ φόρμες από τσουβάλι. Όπως ήμασταν ντυμένοι στα ριγέ, τρέχαμε τριγύρω σαν αγέλη από αφηνιασμένες ζέβρες. Δεν ήμασταν άνθρωποι πια, ήμασταν νούμερα. Μπορούσαν να μας κάνουν ό,τι ήθελαν. (σελ. 43)

Ήδη από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου η σκληρή αλήθεια σε χτυπά καταπρόσωπο. Η αλήθεια αυτών των ανθρώπων που έτυχε να ανήκουν σε αυτή τη «φάρα» , όπως υποτιμητικά αναφέρονται στους Εβραίους οι Φρουροί, και γι’ αυτό τους συνέλαβαν , τους φόρτωσαν σαν ζώα σε τρένα και τους μετέφεραν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. «Στο στρατόπεδο, στις λίστες, δεν υπήρχαν ονόματα. Αυτό θα σήμαινε ότι ήμασταν άνθρωποι. Οι λίστες είχαν νούμερα. « Το Μπέρτσγουντ - δηλ. το Άουσβιτς- είναι το στρατόπεδο στο οποίο φυλάκισαν τη 14χρονη Έλλα και εκείνη προσπαθεί με κάθε τρόπο να επιβιώσει. Η Έλλα που θα εργαστεί ως κοτποραπτού στο Ατελιέ Υψηλής ραπτικής του Άουσβιτς – διότι η σύζυγος του διοικητή του Άουσβιτς ήθελε να είναι καλοντυμένη η ίδια και οι φίλες της-και εκεί θα γνωρίσει τη Ρόουζ, τη φίλη που θα σταθεί η συντροφιά της στη διάρκεια του εγκλεισμού της.

Τα δυο κορίτσια είναι εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες: η Έλλα , πραγματίστρια, λογική, πεισματάρα και αποφασιστική και η Ρόουζ, ονειροπόλα, ευγενική, γλυκιά και συγκρατημένη. Η Έλλα θυμώνει, πεισμώνει και τσακώνεται, διεκδικεί και συντρίβεται, ενώ η Ρόουζ προσπαθεί να αντιμετωπίσει τα δεινά με τη δύναμη της φαντασίας και των ιστοριών της. Η Έλλα που πιστεύει ότι ζωή είναι η δουλειά, ενώ η Ρόουζ ότι ζωή είναι οι ιστορίες . Οι ιστορίες της που αποτελούν το καταφύγιο και την παρηγοριά των απελπισμένων γυναικών του θαλάμου και τις κάνουν να ονειρεύονται, εκεί που κάθε ελπίδα και όνειρο τους είχε εξατμιστεί. Η Έλλα και η Ρόουζ, οι δυο φίλες που τις δένει μια κόκκινη μεταξωτή κορδέλα. Που η μια συμπληρώνει την άλλη, που η μια δίνει κουράγιο, όταν η άλλη το χάνει, που αποτελούν δυο κομμάτια του ίδιου πάζλ και στόχος και των δύο είναι η επιβίωση.

Η Έλλα μαζί με την Ρόουζ έχουν σχέδια για τη ζωή τους. Θέλουν να ανοίξουν το δικό τους μαγαζί , να ράβει η Έλλα τα δικά της ρούχα υψηλής ραπτικής, να κάνουν επιδείξεις μόδας. Το μαγαζί τους που θα έχει το όνομα και των δύο: Έλλα και Ρόουζ. Το όνειρο αυτό, που στην παρούσα κατάσταση φαίνεται ανόητο , ίσως και φαιδρό στους άλλους, είναι αυτό που θα κρατήσει στη ζωή τις δύο φίλες και θα τους δώσει τη δύναμη να αντέξουν τις αντιξοότητες. Η ελπίδα της επιβίωσης τους δίνει την απαραίτητη δύναμη να συνεχίζουν κάθε φορά που η μοίρα τις χτυπά αλύπητα, που αναγκάζονται να αλλάζουν δουλειά μέσα στο στρατόπεδο, που υφίστανται τις ταπεινώσεις, το ξύλο, την πείνα, την αδικία, την περιφρόνηση, την ειρωνεία, την απαξίωση. Όταν οι άλλοι, οι Φύλακες, οι ανώτεροι , τους συμπεριφέρονται σαν να μην είναι ανθρώπινα πλάσματα.

Το εξώφυλλο του βιβλίου παραπέμπει ευθέως στη σημειολογία του ραψίματος: η βελόνα, τα κουμπιά, η κόκκινη κλωστή και όλα αυτά περασμένα στο σύρμα του στρατοπέδου. Επιπλέον κάθε κεφάλαιο του βιβλίου έχει τίτλο ένα χρώμα: πράσινο, κίτρινο, κόκκινο, γκρι, λευκό και ροζ. Χρώματα μέσα σε ένα εφιαλτικό περιβάλλον, στο οποίο οι κρατούμενες εισπνέουν τον καπνό και τη σκόνη των σωμάτων που απανθρακώνονται στους φούρνους του στρατοπέδου. Στην υπόθεση του βιβλίου διαπλέκονται οι φρικτές λεπτομέρειες της αληθινής ιστορίας, καθώς η συγγραφέας επί χρόνια μελέτησε τις μαρτυρίες των επιζώντων αλλά και τις ιστορικές πηγές αυτής της περιόδου. Οι αναφορές της στο Πολυκατάστημα- όπως λέγεται μέσα στο βιβλίο-, στο οποίο στοιβάζονταν τα ρούχα, τα κοσμήματα και τα πράγματα που μετέφεραν οι Εβραίοι στις βαλίτσες τους, αλλά και στο Ατελιέ Υψηλής Ραπτικής, στα ντους του θανάτου, στους φούρνους αποτέφρωσης, στην κουρά των μαλλιών , στις άθλιες συνθήκες εγκλεισμού των κρατουμένων είναι αληθινά στοιχεία και όχι μυθοπλασία.

Μέσα στο χαοτικό σύμπαν του στρατοπέδου συγκέντρωσης καθένας έκανε τις δικές του επιλογές-ηθικές ή μη. Όπως αναφέρεται στο βιβλίο: «Έξω στον αληθινό κόσμο , όλα φαίνονταν πιο ξεκάθαρα: ποιος ήταν φίλος σου, ποιος εχθρός σου. Μόνο που οι άνθρωποι δεν έδειχναν τον αληθινό τους εαυτό ακόμη και στον πραγματικό κόσμο… Τουλάχιστον μέχρι που τους πέταξαν όλους στο Μπέρτσγουντ και τους άφησαν γυμνούς…

………Χωρίς τα καθημερινά ρούχα δεν υπήρχε τίποτα πίσω από το οποίο να κρυφτούμε. Όλοι ήταν υποχρεωμένοι να δείχνουν αυτό που πραγματικά ήταν , μέσα σε ένα ατέλειωτο, μπερδεμένο χάος- που περιλάμβανε και μένα. Χωρίς τα κανονικά μας ρούχα δε μπορούσαμε να μεταμφιεστούμε και να υποδυθούμε ρόλους. ..Δεν υπήρχαν ταμπελάκια, καπέλα, στολές. Δεν υπήρχαν μάσκες. Έπρεπε απλά να είμαστε ο εαυτός μας. Αλλά ακόμα και χωρίς τα αντικείμενα της αληθινής ζωής στον αληθινό κόσμο, χωρίς τα ρούχα μας, έπρεπε-δεν ξέρω- να βρούμε τρόπο να κρατηθούμε απ αυτό που έδειχνε ότι ήσουν αληθινός άνθρωπος , κι όχι ζώο.» (σελ. 282). Η ίδια η Έλλα έρχεται αντιμέτωπη με τα ηθικά διλήμματα που θέτει η ζωή καθημερινά και πρέπει να αποφασίσει αν θα είναι καλή η κακή, τίμια ή ανέντιμη, ηθική ή ανήθικη. Οι επιλογές της όμως είναι επιλογές που λαμβάνονται κάτω από το ειδικό καθεστώς : «ο θάνατος σου, η ζωή μου» . Και συχνά η Έλλα συνειδητοποιεί ότι οι άνθρωποι δεν είναι απόλυτα καλοί ή κακοί και πως η συμπεριφορά τους μπορεί να σε εκπλήξει. Η Έλλα, που δεν ξεχνά ποιο είναι το όνομα της, σε πείσμα όλων των κανόνων του στρατοπέδου που τη θεωρούν ένα ακόμη νούμερο σε μια λίστα.

Το βιβλίο δεν είναι ένα ακόμη βιβλίο για το Άουσβιτς. Είναι ένα μυθιστόρημα για τη δύναμη του ανθρώπου και το ένστικτο της επιβίωσης που τον κρατά ζωντανό ακόμη και όταν όλα φαίνονται μάταια. Είναι ένα ταξίδι στον εφιάλτη της ιστορίας, αλλά συγχρόνως και μια ιστορία ελπίδας. Η έφηβη πρωταγωνίστρια δίνει μαθήματα θάρρους, τόλμης, αποφασιστικότητας μέσα σε ένα περιβάλλον θανάτου. Και οι δύο φίλες παλεύουν για την σωτηρία τους και πιστεύουν ακράδαντα ότι θα τα καταφέρουν. Τελικά θα βγουν αλώβητες από αυτό τον εφιάλτη; Η αποκάλυψη έρχεται στο τέλος του βιβλίου και είναι απρόσμενη.

Η Λούσυ Άντλιγκτον γράφει ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα που έχει μεταφραστεί υποδειγματικά από την Αργυρώ Πιπίνη – η μετάφραση της είναι ένα λογοτεχνικό διαμάντι. Ένα βιβλίο που πρέπει να διαβαστεί από εφήβους αλλά και ενήλικες. Και αξίζει να συνειδητοποιήσουμε , όπως επισημαίνει και η ίδια η συγγραφέας στον επίλογο του βιβλίου, πως «Όταν χωρίζουμε τον κόσμο στο «ΕΜΕΙΣ» και οι «ΑΛΛΟΙ» σπέρνουμε τους σπόρους του μίσους. Η βία, όμως, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο , μας σκοτώνει όλους.»

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια

Σχολίασε
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια

Μπορείτε να είστε πρώτος που θα αφήσει ένα σχόλιο

Σχολίασε

Όλα τα σχόλια
Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις απαιτούμενες πληροφορίες (*). Βασικός κώδικας HTML επιτρέπεται.