"Σύμβολα" στο Protagon.gr Από τον Φ.Θαλασσινό

Ονομάζομαι Κεμάλ. Είμαι απόγονος του Σεβάχ του Θαλασσινού και κάποτε νόμισα πώς μπορούσα ν' αλλάξω τον κόσμο. Όμως αυτός ο κόσμος δεν αλλάζει ποτέ. Τα έβαλα με όλα τα ολοκληρωτικά συστήματα της σύγχρονης ζωής, ενδεδυμένος με την προβιά του λέοντα και εξοπλισμένος με τα δόντια των λύκων. Ο κόσμος μ' αντιμετώπισε με μυριόστομη χλεύη και ταπεινωτικά σκώμματα.

Τα αλλεπάλληλα διαβήματά μου εναντίον του θεσπισμένου εγκλήματος της εποχής μου αποδείχτηκαν αυτοκαταστροφικά. Τα ωστικά κύματα των ειδεχθών πράξεων αυτών που εσείς στηρίζετε για να επιβιώσετε με ξέβρασαν σε μία εγκαταλελειμμένη όαση. Αν ήμουν ναυαγός θα είχα καλύτερη μοίρα. Ποτέ μου δεν ναυάγησα. Μάζεψα τις ιερές προσωπικές μου αναμνήσεις και σας άφησα ελεύθερους να σκυλεύετε τα πτώματα των ιερών μου προγόνων.

Η όαση στη μέση της αχανούς ερήμου των πουλημένων σας ψυχών δεν είχε και πολλά να μου προσφέρει. Μαζεμένα σ' αυτήν, η απωθημένη λιγοστή ανθρωπιά σας, το νερό από τα δάκρυα που δεν χύσατε ποτέ και ο ίσκιος των δέντρων που δεν ελευθερώσατε σε κανέναν κουρασμένο στρατοκόπο για να ξαποστάσει. Μία παροπλισμένη όαση και μικρή σε έκταση. Καραβάνια με καμήλες και καμηλιέρηδες δεν θα μπορούσαν να εφοδιαστούν τα απαραίτητα σ' αυτήν. Μόνο μοναχικοί αλχημιστές , τυχοδιώκτες έμποροι, παράξενοι αστρολόγοι και μοιραίοι επισκέπτες έδρεπαν τα μαραμέμα κλέη της. Λίγο νέρο απόσταγμα, λίγη δροσιά και μερικοί καρποί για μία σύντομη εγκαταβίωση στην όμορφη ερήμωση της.

Όταν βρέθηκα εκεί, συνάντησα άλλους δύο ανθρώπους. Ο ένας έψαχνε να βρει χρυσάφι κρατώντας στα χέρια του μία υπερσύγχρονη ηλεκτρονική συσκευή ανίχνευσης χρυσού. Ο άλλος με την παραδοσιακή μέθοδο της ραβδοσκοπίας προσδοκούσε να αφουγκράστει τα έγκατα της γης για νάματα νερού. Κρατούσε στα χέρια του ένα μακρόστενο ξύλινο ραβδί που στις απολήξεις του σχημάτιζε μία διχάλα σαν ένα ζευγάρι χειρολαβών. Αν έβρισκε το πολυπόθητο κοίτασμα θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί αυτή την όαση-ερειπιώνα σαν μία νέα περιοχή για τα αποσταμένα καραβάνια της ερήμου.

Το πρώτο μου βράδυ στην όαση ήτανε πανέμορφο. Με ορίζοντα μου τον έναστρο ουρανό αφέθηκα σε μία απαράμιλλης ομορφιάς ρέμβη. Κάποιοι αστερισμοί με τα αστέρια τους σε διαλείπουσες μαρμαρυγές έφτιαχναν τη μορφή του πεθαμένου πατέρα μου. Καθώς η μορφή του στον ουρανό αχνόφεγγε και άλλες φορές τρεμόσβηνε ένιωθα να με πλησιάζει και να μ' απομακρύνεται σαν να ακολουθούσε τη μουσική της συμπαντικής αρμονίας. Απορροφήθηκα απ' τη ζεστή ανάμνηση της άγιας παρουσίας του και μέχρι να βυθιστώ στο αποκάρωμα πέρασα ήδη σ' ένα γαλήνιο ύπνο. Το πρωί ξύπνησα απ' το θόρυβο της μηχανής του χρυσοθήρα. Ο πατέρας μου άνοιξε τα μάτια του μέσα απ' το πρώτο σκαρδαμυγμό των δικών μου ματιών. Το πνεύμα του εμφορούσε τον έσωθεν ψυχισμό μου. Η νοσταλγία της χτεσινής ουράνιας επιφάνειάς του κινούσε τη σκέψη μου. Ψυχόρμητα προσπάθησα να βρω κάποιο ιλαμικό σύμβολο για να του πέμψω κάποιους ύμνους. Έψαξα σε όλα τα χαλάσματα της όασης. Δεν βρήκα τίποτα. Γύρω μου ο χρυσοθήρας και ο ραβδοσκόπος κινούνταν σε κοντινές περιοχές. Από σπασμένα χαμόκλαδα και πεταμένα σύρματα θα μπορούσα να φτιάξω μία νέα σελήνη και ένα αστέρι, κατεξοχήν σύμβολο της θρησκείας μας, και να προσευχηθώ κραδαίνοντας τον ιδιόχειρό μου θησαυρό. Αυτό δεν ήταν αρκετό. Ήθελα να προσευχηθώ στον πατέρα μου πάνω σε πολυκαιρισμένο σύμβολο. Σε αγιασμένο κομμάτι του ουρανού, σελήνη και αστέρι, απ' τα πολλά τα δάκρυα. Ήθελα να προσευχηθώ στον πατέρα μου σ' ένα λατρευτικό σκεύος γεμάτο στην ενέργεια των χιλιάδων προσευχών ισάριθμων πιστών του Ισλάμ. Να κλάψω σε κάποιο αρχαίο σωζόμενο κομμάτι της Σελήνης και του αστεριού , σ' ένα κομματι ξύλο με τη δική του μνήμη ανθρώπων που πλησίαζαν την ιεροσύνη του και το τιμούσαν μέσα από γονυκλισίες. Τέτοιους στοχασμούς συλλογιζόμουν όταν οι τροχιές των δύο άλλων ανθρώπων συνέπεσαν στο ίδιο σημείο. Ο ανιχνευτής του χρυσού σήμανε δυνατά μ' ένα οξύ ηλεκτρονικό ήχο. Το ραβδί του ραβδοσκόπου έτρεμε περισσότερο κι απ' την καρδιά μου. Ήταν προφανές πως οι δύο θηρευτές είχανε κάτι ανακαλύψει. Δεν τσακωθήκανε. Ο ένας ήθελε το χρυσο και ο άλλος τη φλέβα του νερού. Ήταν ξεκάθαροι απ' την αρχή στη συνεργασία των αναζητήσεών τους.

Αρχίσανε να σκάβουνε. Τους παρατηρούσα. Μετά από πολύωρο ξεχώνιασμα, τα επιφωνήματά τους, ήχοι απογοήτευσης, διαπέρασαν τον αέρα. Είχαν ανακαλύψει κάτι. Ο ραβδοσκόπος το πήρε στα χέρια του και το εξέφερε στο φως. Ήταν ένα ξύλινο ομοίωμα της Αγίας Σοφιάς όπως ήταν στην μορφή της πριν την αλώση. Της Πόλης. Υπήρχαν μόνο σταυρόσχημα σύμβολα και μικροί τρούλοι που στεφανώνανε εκείνον τον περίβλεπτο μεγάλο και δοξασμένο κεντρικό τρούλο. Ο ραβδοσκόπος και ο χρυσοθήρας αλληλοκοιτάχτηκαν με απορία. Πέταξαν το ομοίωμα αρκετά πιο πέρα και συνέχισαν το σκάψιμο. Ήταν η σειρά μου να προσεγγίσω το αποσκορακισμένο εύρημα. Ένα απλό ξύλινο ομοίωμα της εκκλησίας της βλασφήμης θρησκείας του Χριστού. Περιεργάστηκα με απέχθεια το αντικείμενο, στη βάση του υπήρχε η υπογραφή του δημιουργού του. Ήταν γραμμένη με λατινικούς χαρακτήρες: Michalis Madenis. Giaouri, Infideli...φώναξα φτύνοντας στ' όνομα του καλλιτέχνη. ´Ητανε σίγουρα ένας άπιστος Χριστιανός. Κοράκια μίσους φωλιάσανε στη ψυχή μου. Σαν άλλος μαύρος κόρακας εγώ, με την πρεμούρα που έχει το πουλί να βγάζει τα μάτια του θνησιμαίου που ανακαλύπτει, ξεκίνησα στο όνομα του πατρός μου να σπάω τα πιο εύθραυστα κομμάτια του ξύλινου μικρού κι ανίερου ναού. Στο πρώτο σπάσιμο χύθηκε από τους διαύλους των ξύλων χρυσάφι και νερό. Ανακάθησα πάνω σ' ένα μικρό βράχο που έμοιαζε με κάθισμα. Σαν κάποιο φυσικό θρονί που λάξευσε ο πετροκαταλύτης χρόνος στο πέρασμα της Γης μέσα από τους αιώνες του. Απόρησα πώς είναι δυνατό χρυσάφι και νερό να κυκλοφορεί μέσα σ' αυτό το κατασκέυασμα. Δρόσισα το δάχτυλο μου και έπειτα το έφερα στο στόμα μου. Η γεύση του υγρού ήταν υφάλμυρη. Όμοια προς τη γεύση των δακρύων. Φαντάστηκα ανθρώπους να εναποθετούν τις ελπίδες τους στο βυζαντινό προσκύνημα με την κίνηση της μετάνοιας σε μυριάδες επαναλήψεις. Είδα πολεμιστές να ορκίζονται ομότροπα πρός τους Ισλαμιστές πολεμιστές για την ελευθερία των λαών τους. Όλες οι βαρβαρότητες κατανοήθηκαν. Το συναισθηματικό τους υπόβαθρο ήταν παντού και πάντοτε το ίδιο. Είδα προσευχές να πέμπονται απ' τους πιστούς του Χριστού για την ίαση των ασθενειών των ανθρώπων τους, για την επικράτηση του καλού, για τις θυσιαστικές αιματοχυσίες υπέρ της ελευθερίας. Ένιωσα στο ομοίωμα του Χριστιανικού ναού τη θέρμη των χεριών που με σπαρακτικό τρέμουλο, δεμένα σε θέση ικεσίας, δέονταν στον Χριστό και το Θεό. Με τα εσωτερικά μου ματιά εμφάνισα μπροστά μου, πάνω στη ξύλινη επιφάνεια της εκκλησίας, αποτυπώματα χειλιών. Άκουσα τους μινυρισμούς ευχών και προσευχών για τα πιο ζείδωρα όνειρα. Ό,τι ακριβώς ήθελα να εκφράσω για τον πατέρα μου ήταν μέσα στο ομοίωμα. Η ξύλινη Αγία Σοφιά ήταν ενεργειακά φορτισμένη και ανέπεμπε αγάπη και μνήμη, δάκρυ και χρυσάφι για τον πατέρα μου. Ένιωσα ταυτόχρονα Χριστιανός, Ισλαμιστής, Βουδιστής...Αγκάλιασα γενναιόδωρα το σπάνιο εύρημα και με κλάμα (σ.τ.σ. Θεέ μου) πότισα τη μνήμη του πατέρα μου. Ας μείνουμε λοιπόν στα κοινά αισθήματα και συναισθήματα. Αυτά μας ενώνουν και καταλύουν την αχλύ των φαντασμάτων του ανύπαρκτου κακού. Τελικά, ίσως αυτός ο κόσμος κάποτε ν' αλλάξει.

*Ο Φώτης Θαλασσινός γεννήθηκε στην Κω το Σεπτέμβριο του 1977. Είναι συγγραφέας και συνεργάτης στο ένθετο "Βιβλιοθήκη" της Ελευθεροτυπίας.


πηγή Protagon.gr

2 Σχόλια

Σχολίασε
  1. πριν 8 χρόνια ΜΠΡΑΒΟ

    ΦΩΤΗ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙΣ ΥΠΕΡΗΦΑΝΟΥΣ!!

    Απάντησε
  2. πριν 8 χρόνια FAN

    ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ, ΜΕΓΑΛΗ ΤΙΜΗ

    Απάντησε

Σχολίασε

Όλα τα σχόλια
Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις απαιτούμενες πληροφορίες (*). Βασικός κώδικας HTML επιτρέπεται.