«Νύχτα του Ασκληπιείου» γράφει ο Η. Βενέζης

3η Ενότητα

Εμείς και οι άλλοι

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ

«Νύχτα του Ασκληπιείου»

Ο. Ελύτης

Έξω απ' την Κω, στην πλαγιά του βουνού, στα ερείπια του Ασκληπιείου. Βράδιαζε. Φθινόπωρο. Σαν αρχίζει να βασιλεύει στην Κω, το φθινόπωρο, γίνεται ένα κίτρινο θαύμα: ο ουρανός, η θάλασσα, η γη, τα δέντρα, τα νησιά. Ταξιδεύουν όλα μες σ' αυτή την κίτρινη αποθέωση. Ύστερα έρχονται σιγά-σιγά οι σκιές. Τυλίγουν πρώτα τ' αντικρινά βουνά της Ανατολής, της Αλικαρνασσού. Ύστερα τους γυμνούς βράχους, τα ρημονήσια τα κατά την Κάλυμνο. Ύστερα φτάνουν στο έρημο Ασκληπιείο. Απάνω σε μια κολόνα κορινθιακή βρίσκουν ένα κιονόκρανο με το σταυρό των χριστιανικών καιρών. Οι σκιές παν και κάθουνται εκεί και ξεκουράζονται.

Ο Αχμέτ, ο Τούρκος ο φύλακας του Ασκληπιείου, βιγλίζει από ψηλά, ολόρθος απάνω στα ερείπια του Ναού. - Θα φανεί, άραγες, κανένας; Όπου να 'ναι νυχτώνει.

Βιγλίζει κατά το δρόμο της χώρας, της Κω, περιμένοντας τους ανθρώπους. Χρόνια τώρα πολλά, σ' όλη τη ζωή του, έκανε αυτό: περιμένει τους ανθρώπους, τους ξένους, που ταξιδεύουν ίσαμε κει να δουν τα ένδοξα ερείπια.

Μπήκε στη δουλειά τούτη, φύλακας, σχεδόν παιδί. Τώρα τα μαλλιά του κοντεύουν ν' ασπρίσουν. Ο κόσμος στο μεταξύ σείστηκε από σεισμόν μέγα, γίνηκαν δυο πόλεμοι οικουμενικοί, το αίμα χύθηκε ποτάμι, γέμισε τη θάλασσα, τη γη. Οι Τούρκοι που εξουσίαζαν πρώτα το νησί φύγανε, ήρθαν οι Ιταλοί. Οι Ιταλοί φύγαν, ήρθαν οι Γερμανοί. Οι Γερμανοί φύγαν, ήρθαν οι Έλληνες. Αυτός, ο Αχμέτ, τίποτα. Εκεί. Περιμένει. Το πρόσωπό του είναι όλο καλοσύνη. Χαμογελά και περιμένει. Φυλάει τα ερείπια και περιμένει. Τα ερείπια είναι των Ελλήνων, κι ο Αχμέτ είναι Τούρκος. Ας είναι. Δέθηκε μαζί τους, σα να 'ναι λείψανα των πατέρων του. - Αχμέτ, τι είναι δω που πατούμε τώρα; τον ρωτάνε οι ξένοι.

Ο Αχμέτ κάνει και τον οδηγό. Λέει: - Εδώ ήταν ο Ναός, ο μεγάλος θεός, Ασκληπιός. Εδώ ο μεγάλος θεός έδινε βοήθεια. Έδειχνε τον τόπο, το ιερό, τα δωμάτια. Εκεί που ο μεγάλος ιερέας, ο πυροφόρος, έπαιρνε τον άρρωστο. Εκεί που, αφού καθάριζαν το κορμί του, τον απόθεταν στο «άβατον». Εκεί που, σβήνοντας τους λύχνους, τον άφηναν τυλιγμένον απ' τους καπνούς, τα λιβανωτά, να κοιμηθεί, ίσως δεχτεί τη χάρη.

Αυτά, βέβαια, ο Αχμέτ δεν ξέρει να τα πει. Λέει μόνο: - Εδώ που πατάμε ο μεγάλος θεός έδινε βοήθεια σε τυραγνισμένους. - Αχμέτ, τι έκανε ο μεγάλος θεός για να δίνει βοήθεια; - Τίποτα δε χρειάζεται να κάμει ο θεός για να δώσει βοήθεια. Ο άνθρωπος πρέπει να πασκίσει να την πάρει. Να καθαρίσει την ψυχή του. - Τι είναι ψυχή, Αχμέτ; Πού έμαθες για ψυχή, εσύ που είσαι Τούρκος; Ο Αχμέτ λέει: - Ψυχή είναι δω - και δείχνει τον ουρανό. Ψυχή είναι δω - και δείχνει τη γη, τα ερείπια του Ναού της Αφροδίτης. Ψυχή είναι δω - και αγγίζει τις φλέβες του χεριού του. Τούρκος και χριστιανός ένα είναι: για έχει ψυχή, για δεν έχει. Δεν έκανε ποτέ καμία προσπάθεια να ψάξει μες στα μάτια των ανθρώπων που έρχονταν να δούνε τα ερείπια, στο φέρσιμό τους, για να τους καταλάβει, να τους κατατάξει. Το μυριζόταν μονομιάς, με τις αδιόρατες κεραίες που έχουν οι ξεμοναχιασμένοι άνθρωποι. Έλεγε μέσα του:

«Αυτός έχει ψυχή καλή». «Αυτός δεν έχει ψυχή καλή». Με τον καιρό η κατάταξη άρχισε να γίνεται σε σχήματα πιο απλά, πιο απόλυτα: «Αυτός έχει ψυχή». «Αυτός δεν έχει ψυχή». Οι πιο πολλοί ταξιδιώτες βλέπαν τα ερείπια με ματιά νεκρή, αδιάφορη. Ρίχναν ύστερα μια ματιά κατά τη θάλασσα, κάτι ρωτούσαν, φεύγαν. Τόσο γυμνοί όσο ήρθαν. Άλλοι έρχονταν ζευγαρωμένοι, ένας άντρας, μια γυναίκα. Κοίταζαν τα ερείπια. Το «άβατον» του Ιερού. Ο άντρας κοίταζε τη γυναίκα μες τα μάτια, φεύγαν. Τόσο μόνοι όσο ήταν σαν ήρθαν. Λιγοστοί, ελάχιστοι, έσκυβαν στη γη, στα πεσμένα μάρμαρα, στις υδρορροές, πολεμούσαν να πάρουν απόκριση απ' τον πεθαμένο κόσμο, απ' το πάθος του. Σε κάτι τέτοιους ο Αχμέτ έλεγε: - Τώρα είδατε το Ασκληπιείο. Κει πίσω είναι η καλύβα του Αχμέτ. Κει είναι η Μουμπαντέ, η γυναίκα του Αχμέτ, τα παιδιά του. Κοπιάστε να ξεκουραστείτε. Καθώς οι ταξιδιώτες τραβούνε στο μονοπάτι, που πάει στην καλύβα του Αχμέτ, η γαλήνη είναι θεία στο θείο τοπίο. Ένας ταξιδιώτης λέει:

- Αχμέτ, εδώ φαίνεται πως είσαι καταμόναχος με τη φαμίλια σου. Πού είναι οι συμπατριώτες σου, το σόι σου; - Φύγανε στην Ανατολή, σ' εκείνο το βουνό, Αλικαρνασσό. Αδέρφια, γαμπροί, νύφες, όλοι πήγαν Αλικαρνασσό. - Δε σε πειράζει εσένα που ξέκοψες και δεν πήγες; Δε σε πειράζει που έμεινες στην ερημιά; - Συνήθισα, λέει ο Αχμέτ. Φώναξαν, φώναξαν να πάω κι εγώ Αλικαρνασσό, κουράστηκαν, σώπασαν. Μου δίναν γη, χωράφι. Δεν πήγα. Δεν πήγε, λέει. Όλη η ζωή του είναι στα ερείπια. Αυτά, του ελληνικού Ναού. Δε μπορούσε να τα αποχωριστεί. - Και πώς κάνεις το ναμάζι σου, την προσευχή σου, Αχμέτ; Κατεβαίνεις στο τζαμί, στην Κω; Ο Αχμέτ επαναλαμβάνει την ίδια κίνηση που έκαμε σαν ήρθε ο λόγος για ψυχή. - Ο Θεός είναι δω - είπε κι έδειξε τον ουρανό. Ο Θεός είναι δω - κι έδειξε τα ερείπια του Ασκληπιείου. Ο Θεός είναι δω - κι έδειξε τις φλέβες του. Παντού είναι ο Θεός. Πέντε φορές τη μέρα κάνω το ναμάζι μου, ανάμεσα στις σπασμένες πέτρες. Ο ταξιδιώτης λέει: - Αυτοί που ζούσαν τα παλιά τα χρόνια στα μέρη ετούτα ήταν άπιστοι, δεν ξέρουν τον Προφήτη.

Ο Αχμέτ λέει: - Εσύ χριστιανός, εγώ Τούρκος. Ό,τι λέει το Κοράνι, το λέει το Βαγγέλιο. Ένα είναι. Εγώ πιστεύω. Άμα δεν πιστεύεις, τίποτα δε σε γλιτώνει. Κόντευαν να φτάσουν στην καλύβα του Αχμέτ. Ο ταξιδιώτης ρώτησε: - Ποιος ήταν πιο καλός μαζί σου, Αχμέτ, απ' όσους πέρασαν απ' το νησί; Ο Τούρκος, ο Ιταλός, ο Γερμανός, ο Έλληνας; - Κανένας δεν πείραξε τον Αχμέτ. Γιατί να τον πειράξουν; Μοναχά ο Γερμανός, σαν ήρθε, έδιωξε τη φαμίλια μου απ' την καλύβα μας, κάθισε αυτός. Να φυλαχτεί απ' την μπόμπα που φοβόταν πως θα' ρθει απ' τον ουρανό. Ακόμα και ο Γερμανός γύρεψε βοήθεια από Θεό Ασκληπιό.

Το καλύβι του Αχμέτ έχει στην αυλή μια μικρή χαβούζα νερό. Γύρω-γύρω είναι πλάκες ενεπίγραφες του Ασκληπιείου, αφιερώματα, γλυπτά με τον Ιερό Όφι, ένα αντίγραφο του όρκου του Ιπποκράτη. Όλα φροντισμένα, σε τάξη. Και μέσα κει η Μουμπαντέ, η γυναίκα του Αχμέτ, και τα δύο παιδιά του. Η Μουμπαντέ κάποτε θα ήταν όμορφη γυναίκα. Ο Αχμέτ τη βρήκε ξεστρατισμένη, ήταν πιο μεγάλος στα χρόνια, δε δίστασε, την πήρε γυναίκα του, την έφερε στο Ασκληπιείο. Του αφιερώθηκε γιατί τη γλίτωσε, έγινε σκλάβα του. Η δύσκολη ζωή στα ερείπια μάρανε, πριν απ' την ώρα, τα μαγουλά της. Μονάχα τα μάτια της στραφτοκοπούνε κάτω απ' το πλατύ μέτωπο.

Η Μουμπαντέ δέχεται πρόσχαρα τον ξένο που της πηγαίνει ο Αχμέτ, τον καλεί μες στο καλύβι τους. Εκεί είναι μια κούνια, αχρείαστη πια, ένας σοφάς, ένα τραπέζι, κεντημένα πούλουδα στον τοίχο, ένα Κοράνι. Λιθογραφίες: ένας βεζίρης Τούρκος, ο βασιλέας των Ελλήνων.

- Θέλεις να διαβάσεις στο χέρι μου τη μοίρα μου, Μουμπαντέ; λέει ο ξένος. Η Μουμπαντέ κάνει νάζια, μαθέ πως δεν ξέρει, θέλει να την παρακαλέσουνε. Ο Αχμέτ κοιτάζει τον ξένο, κοιτάζει τη Μουμπαντέ, της χαμογελά. - Έλα, έλα, Μουμπαντέ, άνθρωπος δικός μας είναι. Και γυρίζοντας στον ταξιδιώτη: - Βλέπεις, του λέει, η Μουμπαντέ δε θέλει να βλέπει το χέρι του καθενού. Η Μουμπαντέ σταματά να χαμογελά, κοιτάζει αυστηρά το ξένο πρόσωπο, παίρνει το χέρι του, σκύβει απάνω στις χαρακιές της παλάμης. Τότες αρχίζει το βαθύ μυστήριο: η αγωνία του ανθρώπου να μάθει κάτι απ' τον πλαϊνό του, απ' την απλησίαστη μυστική περιοχή, απ' το μέλλον. Η Μουμαντέ παρακολουθεί τις γραμμές της σάρκας στις παλάμες, βλέπει εκεί πόρτες, τέρμινα, μαντάτα, έγνοιες, θησαυρούς. Το καθετί. Άξαφνα, κει που μελετά τις χαρακιές, το πρόσωπό της γίνεται απίθανα άγριο. Σηκώνει τα μάτια της, τα στυλώνει στα μάτια του ξένου. - Τι είναι; - Τίποτα, του λέει. Το χρώμα στα μάτια σου ήθελα να δω. - Έχει να κάνει τίποτα αυτό με τη μοίρα μου; - Όλα έχουν να κάμουν με τη μοίρα.

Ο Αχμέτ, που παρακολουθεί σιωπηλός τη σκηνή, ανατριχιάζει. Αλλά στη στιγμή, θέλοντας να δώσει διέξοδο, αρχίζει να χαμογελά. Λέει στον ξένο: - Ε, τώρα η Μουμπαντέ τέλειωσε. Θέλεις τώρα εσύ να δεις τι λένε οι πλάκες; Και τον βγάζει όξω στα ευρήματα, τα αφιερώματα του Ασκληπιείου. Ο ξένος αφήνει κάτι λεφτά, ένα ρεγάλο, στα χέρια της Τουρκάλας, τους χαιρετά, κατηφορίζει και φεύγει. Ο Αχμέτ και η Μουμπαντέ κάθουνται στη βίγλα τους, κοιτάνε από ψηλά τον ξένο που χάνεται. Σα να θένε και οι δύο να κρατήσουν κάτι απ' το μοναδικό που έχει ο κάθε άνθρωπος, το ανεπανάληπτο. Επειδή πια ξέρουν πως για τον ξένο που φεύγει η καμπάνα χτύπησε, το μοναδικό είναι να χαθεί, δεν είπαν αναμεταξύ τους τίποτα. Όμως ο Αχμέτ το ξέρει πως, όταν τα μάτια της Μουμπαντέ ανοίγουν έτσι άγρια σαν κοιτάζει τη μοίρα των ανθρώπων, η Μουμπαντέ είδε θάνατο.

Η. Βενέζης (1904-1973): Σημαντικός νεοέλληνας πεζογράφος. Έργο του: Το νούμερο 31328, Γαλήνη, Αιολική Γη κ.ά.

πηγη:http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/corpora/pi/content.html?t=3%2C2937&fbclid=IwAR1s3UtNxSkWh1P4HsG1xP9F7LOiNsKCANsnducwBY3sj2rUnxdu1T6Uf7E

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια

Σχολίασε
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια

Μπορείτε να είστε πρώτος που θα αφήσει ένα σχόλιο

Σχολίασε

Όλα τα σχόλια
Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις απαιτούμενες πληροφορίες (*). Βασικός κώδικας HTML επιτρέπεται.