Γελώ στα πένθη και κλαίω στις γιορτές,γράφει ο Φώτης Θαλασσινός

Γελώ στα πένθη και κλαίω στις γιορτές

 

Πολλές φορές αποζητάμε στα πράγματα την οικεία τους όψη που κάποτε είχαμε κατακτήσει. Είναι πραγματικά παράξενο χώροι καλά γνωστοί σε εμάς για ποικίλους λόγους να μοιάζουν άγνωροι και αψηλάφητοι. Σαν να χάθηκαν απ’ τις αναφορές μας για τον κόσμο. Να περπατάς στην πόλη σου και να σου φαίνονται όλα ξένα. Λες και όλα άλλαξαν ή εσύ εξέπεσες σε κάποια ζόρικη δυσθυμία και αγοραφοβία. Τα πάντα έχουν ενδυθεί με την όψη του ξένου. Φαντάσου να θες να περιηγηθείς μέσα σε κάποιο αρχαιολογικό τόπο της περιοχής σου και να μην μπορείς καν να κάνεις το βήμα της εισόδου προς αυτόν. Αισθάνεσαι πως υπάρχουν απαγορεύσεις πια για ‘σένα. Το πρόβλημα είναι στη βάση του θέμα ψυχολογίας. Όταν έχεις κουραστεί να δουλεύεις όλη τη μέρα σ’ ένα χώρο, όταν ο ορισμός της επιστροφής στα πράγματα είναι να περνάς το κατώφλι του σπιτιού σου, οι απερπάτητες διαδρομές γίνονται σύμβολα αποτροπαϊκά. Χάνεις εδάφη όταν κερδίζεις εσωτερικές κατακτήσεις. Όταν ο εαυτός σου γίνεται αρχή και τέλος της κοινωνικοποίησης σου, οι άλλοι άνθρωποι εξιδανικεύονται μακρόθεν. Μπορείς να βρεις ακόμη μερικά σημεία στην πόλη σου οικεία. Το στέκι της παρέας σου, δυο τρεις οδοί που πας για βάδισμα- εγώ έχω τα νεκροταφεία της Κω και πάνω κάτω την Ελευθερίου Βενιζέλου. Έχω γίνει ασκητής. Πολλοί αποσυρόμαστε στην μοναξιά. Η μοναξιά είναι εθιστική. Έχει Θεό μέσα της. Το έξω είναι δελεαστικό αλλά σκορπίζει την ευλάβεια και εμφυσά τρόμο στον συγκεντρωμένο νου.Για κάποιο ανεξιχνίαστο λόγο δεν ρισκάρουμε πια να επενδύσουμε σ’ αυτό (το έξω). Φοβόμαστε και μένουμε στην γλυκιά απερίσπαστη μοναχικότητα μας.

 

Άλλοι άνθρωποι είναι πολύ εξωστρεφείς και δεν χαμπαριάζουν από μυστική ζωή. Την θεωρούν υποδεέστερη. Τίποτα δεν μπορεί να οριστεί αμετάκλητα σ’ αυτή τη ζωή. Η επόμενη μεταθανάτια κατάσταση συνειδητότητας δεν είναι απλά πίστη. Είναι αναγκαία για να ολοκληρωθούν τα άρρητα. Ας τους δώσουμε όμως (στους εξωστρεφείς) το δίκιο που τους αναλογεί. Οι άνθρωποι πάντα αναζητούσαν να ζουν μέσα σε κοινότητες μαζί με άλλους συνανθρώπους τους. Η θέληση τους να συνυπάρχουν στην προσωπική και δημόσια ζωή τους είναι τόσο έντονη όσο αν κάποιο εμπόδιο αντιταχθεί σ’ αυτή, εκείνοι πονάνε ασυγχρώτιστοι. Μάλιστα πριν λίγες μέρες είχα διαβάσει στην Καθημερινή μια έρευνα που έλεγε ότι οι κοινωνικά δραστήριοι άνθρωποι, που για κάποιες συγκυριακές περιστάσεις βρίσκονται μόνοι τους, φέρουν το αποτύπωμα της μοναξιά στο δίκτυο των νευρώνων τους. Ένα αποτύπωμα που είναι ίδιο μ’ αυτό που αφήνει η πείνα. Η ίδια έρευνα έλεγε ότι το κακό στην υγεία απ’ την μοναξιά είναι ίδιο μ’ αυτό που προκαλεί το κάπνισμα δεκαπέντε τσιγάρων την ημέρα. Εδώ -σ’ αυτούς τους ανθρώπους- ο εσωτερικός πλούτος παραμένει αθησαύριστος και ανεκμετάλλευτος. Γι’ αυτό η παρατεταμένη παραμονή στο σπίτι μοιάζει σαν βίωμα με την άφιξη ενός τρομακτικού σκοταδιού. Ενός δυσαναπλήρωτου κενού, μιας χάσκουσας χοάνης. Χάνεται μέσα σ’ αυτήν ο ετερόφωτος εαυτός.

 

Άλλη μοναξιά είναι αυτή του απελπισμένου, του μίζερου, του ψυχικά ασθενή , του περιθωριοποιημένου. Ο στιγματισμός λαϊκών κυρίως ανθρώπων που ανήκουν σε διάφορες ετερότητες και τους πετάνε στην αντίστοιχη ετεροτοπία τους. Μακριά , πολύ μακριά απ’ την κοινή πραγματικότητα. Άνθρωποι που τα κάνουν όλα μόνοι τους. Είναι πολλές οι ιστορίες τους για διωγμούς από τα σπίτια τους. Οι άνθρωποι τους εγκαταλείπουν, κανονικός φυλετικός -και όχι μόνο- εξοστρακισμός. Αν δεν γίνουμε όλοι αδέλφια, οι πόλεμοι θα συνεχίζουν να γίνονται και εμείς καλούμαστε να παίρνουμε το μέρος του δικαίου. Ο απελπισμένος γδέρνεται απ’ τους τοίχους του σπιτιού του. Μοιάζουν να μετακινούνται όλο και πιο κοντά προς την ανάσα του καθημαγμένου. Ο Λωτρεαμόν (πάλι… τα έχει πει όλα) έχει γράψει στα Άσματα του Μαλντορόρ για τους εφιάλτες του στο κλειστό δωμάτιο του στο Παρίσι. Η μοναξιά σ’ αυτούς τους ανθρώπους είναι βασανιστήριο. Συμβιβάζονται μέχρι πνιξίματος με τους άλλους για να κερδίσουν στέρξιμο τους. Γράφω για τους ομοφυλόφιλους, τους μετανάστες, του εκκεντρικούς, όλης της γης τους παράξενους. Αυτούς που βρίσκουν ενδιαφέρουσα μια συζήτηση μ’ ένα άστεγο και νιώθουν ανία στον μικροαστισμό των άλλων. Γιατί οι άλλοι δεν τους υπολογίζουν στην γλώσσα τους και επομένως και στην σκέψη τους. Χαρίζουν αφειδώς αορατότητα σ’ αυτά τα κατατρεγμένα υποκείμενα και αποκλείουν την παρουσία τους στις δημόσιες συναθροίσεις των ομαλών. Αυτή η μοναξιά που γίνεται αδικαίωτος θυμός και που ποτέ δεν εκδραματίζεται. Γιατί τους αφήνετε μόνους τους; Σύμφωνα και με τον Χριστιανισμό όλοι οι άνθρωποι είναι ομοούσιοι. Νιώστε πως βαδίζετε σε κοινό έδαφος και απλώστε το χέρι σας να τους περιμαζέψετε απ’ την εξορία τους. Προσωπικά ξέρω πολλούς ηλικιωμένους gayπου ενώ έδωσαν έργο, περνάνε τη δύση της ζωής τους ολομόναχοι. Μην αλληθωρίζετε στα δεινά τους. Μην μπει και η Ελλάδα στην χώρα με τους μοναχικούς θανάτους. Αυτούς που στην Ιαπωνία αποκαλούν Κοντόκουσι. Με αναπεπταμένα χέρια, γίνετε εκπρόσωποι της αγάπης, «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη».

 

Υπάρχει και η μοναξιά μέσα στον κόσμο. Να είσαι μέσα στην κοινωνία, το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου σου να το δίνεις στις συναναστροφές σου, και να μην είναι δυνατό ν’ αναπληρώσεις την ανάγκη σου για ανθρώπινη επαφή. Είναι όταν είσαι παράξενη ψυχή με σπάνιες ορέξεις, με αγάπες μοναδικές και αναζητήσεις ξεχωριστές. Γι’ αυτό και μερικοί άνθρωποι αυτοκτονούν και ο περίγυρος τους ενεός αναζητά τα αίτια. Πολλές φορές αυτοί οι άνθρωποι γίνονται κοινωνικοί ακριβώς γιατί προσπαθούν να μην αφήσουν να εμφιλοχωρήσουν στο μυαλό τους εικόνες της διάλυσής του. Δίνουν μια άνιση μάχη με το χρόνο - που όλα τα καταλύει. Και όταν ηττηθούν σε ένα τόπο , σε αρκετές των περιπτώσεων φεύγουν σε άλλες πιο μεγάλες πόλεις απ’ τη δική τους. Σε πόλεις που ευνοούν το κατά τόπους θρασομάνημα εκκεντρικών ψυχισμών, συγγενικών με τον δικό τους. Κι αν δεν έχουν τη δυνατότητα να φύγουν, ανοίγουν δρόμους και κεφάλαια μέσα σε εναλλακτικές μορφές ζωής. Δεν χάνουν την κοινωνικότητα τους, απλά μαζί γίνονται φιλότεχνοι, διαβάζουν ποίηση και ψάχνουν στο υψηλό να βρουν αλήθεια να τους συγκινήσει. Φτάνουμε να κατανοούμε όλοι τη σημασία της έγνοιας για τον πλησίον μας. Κανείς δεν ξέρει τί κρύβεται πίσω απ’ τα χαμογελαστά πρόσωπα όσων συμμετέχουν στις ευωχίες. Όλοι φοράμε μάσκες και ο εαυτός μας είναι ένα παλίμψηστο που είναι πιο πιθανό να κρύβει στην πρώτη του όψη δυστυχία. Φανταστείτε το Χριστό, υιό του Θεού, στον κήπο της Γεθσημανή, “τότε έρχεται μετ’ αυτών ο Ιησούς εις χωρίον λεγόμενον Γεθσημανή και λέγει προς τους μαθητάς· Καθήσατε αυτού, εωσού υπάγω και προσευχηθώ εκεί. Και παραλαβών τον Πέτρον και τους δύο υιούς του Ζεβεδαίου, ήρχισε να λυπήται και να αδημονή. Τότε λέγει προς αυτούς· Περίλυπος είναι η ψυχή μου εώς θανάτου...” .Ήταν ο Θεός και όμως λύγισε. Όσοι έχουνε μια αποστολή σ’ αυτό τον κόσμο, όσοι αισθάνονται έτσι, θα ζήσουν συναισθήματα εσωτερικής αυτοεγκατάλειψης. Χάνουν την πίστη στον εαυτό τους και οτιδήποτε φάνταζε πριν απ’ αυτή την απώλεια σαν γιατρειά, καταντά ερέθισμα ματαιότητας. Νομίζω πως καλύτερα απ’ όλους μίλησε γι’ αυτή τη μοναξιά ο Μπωντλαίρ στο ποίημα του Η Φωνή: «Η κούνια μου ακουμπούσε στη βιβλιοθήκη, βαβήλ σκοτεινό, όπου μυθιστορήματα, επιστήμη, μυθολογία, τα πάντα, η λατινική τέφρα και η ελληνική σκόνη, ανακατεύονταν. Δεν ήμουν μεγαλύτερος από ένα βιβλίο.

 

Δύο φωνές μου μιλούσαν. Η πρώτη, ύπουλη και σταθερή, έλεγε: «Η γη είναι ένα ωραίο γλύκισμα ωραίο (και η ευχαρίστηση σου θα είναι τότε χωρίς τέλος!) μπορώ να σου δώσω μία όρεξη παρόμοια μεγάλη.» Και η δεύτερη: «Έλα! Ω, έλα στο ταξίδι των ονείρων, πέρα από το δυνατό, πέρα από το γνωρισμένο!» Και η φωνή αυτή τραγουδούσε όπως ο άνεμος στις ακρογιαλιές, φάντασμα που κλαυθμυρίζει και κανείς δεν ξέρει από πού ήρθε, που χαϊδεύει το αυτί κι όμως το τρομάζει. Σου απάντησα: «Ναι γλυκιά φωνή!»

 

Από τότε κρατάει αυτό που μπορεί, αλίμονο! Να ειπωθεί πληγή και πεπρωμένο μου. Πίσω από τις σκηνοθεσίες της απέραντου υπάρξεως, στο μελανότερο της αβύσσου, βλέπω καθαρά κόσμους παράξενους, και , θύμα της οξυδέρκειας μου , σέρνω φίδια που μου δαγκώνουν τα πόδια. Κι από εκείνο τον καιρό αγαπώ τόσο τρυφερά, καθώς οι προφήτες, την έρημο και τη θάλασσα, γελώ στα πένθη και κλαίω στις γιορτές, βρίσκω μια γεύση γλυκιά στο πιο πικρό κρασί, νομίζω πολλές φορές για ψέματα τις αλήθειες, και, με τα μάτια στον ουρανό, πέφτω σε γκρεμούς.

 

Αλλά η φωνή με παρηγορεί και λέει: Κράτησε τα ‘όνειρα σου, οι συνετοί δεν έχουν έτσι ωραία σαν τους τρελούς!»

κούνια μου ακουμπούσε σ

 Κείμενο: Φώτης Θαλασσινός.

 

 

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια

Σχολίασε
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια

Μπορείτε να είστε πρώτος που θα αφήσει ένα σχόλιο

Σχολίασε

Όλα τα σχόλια
Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις απαιτούμενες πληροφορίες (*). Βασικός κώδικας HTML επιτρέπεται.