Ποιός πληρώνει το βαρκάρη; -Γράφει ο Φ.Θαλασσινός

 

Ποιός πληρώνει το βαρκάρη;

 

Οι άνθρωποι μέχρι περίπου τα τριάντα τους, οι περισσότεροι, ζουν μια ζωή αλώβητη από απώλειες αγαπημένων τους προσώπων. Μετά αρχίζουν τα δύσκολα. Ο χορός του θανάτου εμπλουτίζεται με νέους χορευτές. Φεύγουν οι γιαγιάδες βυθισμένες σε άνοιες και εγκεφαλικά, οι παππούδες κι αυτοί κατά παρόμοιους τρόπους, πιο ύστερα οι γονείς και αντάμα χωρίς όριο ηλικίας φίλοι και γνωστοί που αρρώστησαν. Κάπου διάβαζα πρόσφατα ότι ο θάνατος, επειδή είναι αναπάντεχος σαν συντριβή και απόλυτη εξάλειψη μιας ύπαρξης, έγινε τελικά πόρτα προς μια άλλη ζωή, «ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος». Αυτό που ανοίγει τις θύρες του αλλόκοσμου είναι, δηλαδή, η αναγκαιότητα και όχι η αλήθεια. Όμως αυτοί που μένουν πίσω δέχονται οραματικής μορφής επισκέψεις απ’ τους τεθνεώτες τους και μάλιστα εν εγρηγόρσει. Έχω ακούσει πάμπολλες τέτοιες αφηγήσεις. Ο νεκρός πατέρας μου κάθεται πάντα στο βάθος του σαλονιού. Αλάθητη αίσθηση. Η πίστη δεν είναι μια κατάθεση φόβου, είναι πρωτίστως και πάνω απ’ όλα μια δήλωση αλήθειας.

 

Βέβαια αυτό το άνοιγμα των θυρών δεν είναι πάντα στην μνήμη των ζωντανών σαν κάτι ελπιδοφόρο. Υπάρχει για κάποιους Χριστιανούς πιστούς η πιθανότητα της Κόλασης. Ένας τόπος που χαρτογραφήθηκε επαρκώς απ’ το φερώνυμο έργο (μέρος άλλου έργου) του Δάντη. Με οδηγητή του τον Βιργίλιο στα διάφορα τμήματα του σκοτεινού βασιλείου του Εωσφόρου, ο μεγάλος ποιητής κεντά την φανέρωση όλων των βρώμικων παθών του ανθρώπου. Στην ορθοδοξία η Κόλαση δεν είναι απαραίτητα ο χώρος τιμωρίας των εχθρών της ζωής, ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος έγραψε πως η Κόλαση είναι η μάστιγα της αγάπης. Η αγάπη καίει και σκανδαλίζει μέσα απ’ τα συνοδευτικά συναισθήματα της όλους τους πλανημένους. Πενθούν οι Χριστιανοί για τους πεθαμένους τους και αγωνιούν για την κατάληξη του μεταθανάτιου ταξιδιού τους. Οι περισσότεροι βέβαια ακολουθούν την συγχωρητικότητα του Θεού και γι’ αυτούς δεν υπάρχει το ερώτημα για την κρίση και τη Θεία Δίκη. Εξάλλου πένθος και Κόλαση είναι πράγματα ασύμβατα. Δάκρυα και κακία αντικρούουν τον ένα το άλλο ατελεύτητα. Κι ο Δάντης τελικά, αυτό που συνέθεσε, δεν το ‘κανε για να δείξει τί γίνεται μετά αλλά τί γίνεται τώρα για τους ανθρώπους που ζουν εκτός των ηθικών και νομικών κανόνων μιας κοινωνίας. Απ’ την άλλη η εκδικητική σχέση μ’ ένα γονιό που πεθαίνει, μετατρέπει την κατευόδωση προς την Κόλαση σε κατάρα του απογόνου. Η Κόλαση δεν δύναται να υπάρχει. Για δύο λόγους. Πρώτα γιατί όσοι αποτόλμησαν να την περιγράψουν της έδωσαν μορφή ανθρώπινης πόλης σε παρακμή. Και ο Θεός δεν είναι τιμωρός για να φτιάξει και τέτοια πράγματα. Και δεύτερον γιατί ο άνθρωπος αναπόφευκτα δεν είναι ο μόνος ρυθμιστής της ζωής του. Έκπτωτος σ’ ένα περιβάλλον με προκλήσεις, ευεπίφορος λόγω άγνοιας στους πειρασμούς του κακού, είναι νομοτελειακά βέβαιο ότι θα εξοκείλει του λεγόμενου δρόμου του Θεού.

 

Πένθος, μεταθανάτια συνειδητότητα, ευχές, δάκρυα, κατάρες. Κόλαση και Παράδεισος. Ο τρόμος για τον θάνατο μας, για τον θάνατο των δικών μας ανθρώπων, για την ταλαιπωρία τους απ’ τις σωματικές και ψυχικές ασθένειες, οι δικές τους βασανιστικές στιγμές, δίνουν στο συμβάν του τέλους τη σημασία του καθαρτήριου περάσματος προς το επέκεινα. Γι’ αυτό και πολλές φορές οι άνθρωποι λένε γι’ αυτόν που φεύγει ότι ξεκουράστηκε.

 

Πενθούμε και για δημόσια πρόσωπα που μας έδωσαν -θεωρούμε- κάτι ανεκτίμητο. Μπορεί τον αμερόληπτο πολιτικό τους λόγο, μπορεί να εκπροσώπησαν κάποτε την λαϊκή μας τάξη. Μπορεί τα τραγούδια και τα βιβλία τους και άρα τα ταξίδια μέσα σ’ αυτά και ακόμη πιο πέρα. Το πένθος για πρόσωπα που πέθαναν από εγκληματικές πράξεις βαστά μέχρι την καταδίκη των ενόχων. Υποθέσεις σφραγισμένες, χωρίς να έχουνε φυλακιστεί οι ένοχοι, καθιστούν τον πεθαμένο φάντασμα. Φάντασμα που μας έρχεται στη σκέψη και κλαυθμηρίζει την οργή του που το κράτησε μακριά από τους αιθέρες. Οι αδικαίωτες ψυχές μένουν στην γη. Δεν φεύγουν παρά μόνο με τη εκπλήρωση της επιθυμίας τους για την αναγνώριση των θυτών τους. Το πένθος για όλους αυτούς τους ανθρώπους που ξέμειναν δεσμώτες των διωκτών τους, αναρριπίζεται περιοδικά και σύμφωνα με της ημερομηνίες μνήμης για το κακό που τους σκότωσε. Η παράδοση για τις ψυχές λέει πως όταν αυτές ενεργειακά δονούνται κοντύτερα προς την γη, νιώθουν -για να το γράψω εναργέστερα- θνητές ακόμη, με ενορμήσεις ζωντανών, δεν μπορούν να βρουν την τροχιά προς τα πάνω. Η οδός απελευθερώνεται και καταλάμπει μόνο με την εξιλέωση του θυμού τούτου του πλήθους από εξοντωμένους.

 

Πενθούμε ανθρώπους που δεν γνωρίσαμε ποτέ, όμως οι συγκυρίες το έφεραν να περπατάνε στους ίδιους δρόμους που περπατάμε κι εμείς, ψώνιζαν απ’ τις επιχειρήσεις μας, τα καφενεία και τα μίνι μάρκετ μας. Έτσι κάπως έκλαψα και τον Δαυίδ Καλούδη. Έναν άνθρωπο, φίλος του πατέρα μου, που τον έβλεπα να μεγαλώνει κι έπειτα να γερνάει. Τον έβλεπα κάθε μέρα να έρχεται στο οικογενειακό μας κατάστημα ν’ ανταλλάσσει πολιτικές απόψεις με τον πατέρα μου, να κάνει καλαμπούρι μαζί του και να φεύγει. Τον έβλεπα και στο Μικρό Καφέ, στέκι που έπινα τον φρέντο μου για δυο τρία χρόνια περίπου. Και γι’ αυτούς τους ανθρώπους θρηνούμε. Κάτι έκαναν πολύ καλά και κέρδισαν την απαρασάλευτη παρατήρηση μας. Το βλέμμα μας σαν γοητευμένο απ’ τη θωριά τους, απ’ την αύρα τους, η πατρική εικόνα του Δαυίδ θα μείνει αξέχαστη, κάθε φορά που έπιανε το φευγαλέο πέρασμά τους έμενε κολλημένο πάνω τους. Οι μορφές κι οι τυπάδες της πόλης της Κω. Ελκυστικές προσωπικότητες που όλο ακούμε γι’ αυτές. Αστικοί μύθοι γύρω από εκκεντρικούς , αριστοκράτες και ξεπεσμένους υψηλούς. Αινίγματα που παραμένουν άλυτα για πάντα. Γεννάνε όμως συναρπαστικές ερωτήσεις, τραβηγμένες φανταστικές εξιστορήσεις, θαυμαστές μαντεψιές του βίου τους.

 

Το πένθος είναι για τους ανθρώπους. Ας κάνω μια παρέκκλιση απ’ το θέμα μου γιατί δεν πενθούμε μόνο τους πεθαμένους. Είναι τα ζώα μας, κι οι παλιές οι γειτονιές. Η πόλη που είχαμε μπροστά μας όταν ήμασταν παιδιά. Τραγούδια που μας μεγάλωσαν, ύστερα σίγησαν ως εκτός μόδας, και επανήλθαν σαν νοσταλγικές σονάτες. Ημερολόγια που κρατούσαμε στο Λύκειο και τα βρίσκουμε χωμένα πίσω από σειρές σκονισμένων βιβλίων. Πενθούμε γιατί ο τρόπος που γράφαμε τότε αντικαταστάθηκε μ’ άλλον πιο γερασμένο και ώριμο. Σελίδες γεμάτες δραστηριότητες σαν ύμνοι στην ξεγνοιασιά. Πενθούμε τη ξεγνοιασιά που έφυγε... Φίλοι συμμαθητές , χάθηκαν στις στροφές των δρόμων. Ακολουθήσαμε αντίθετες, ασύμπτωτες πορείες. Κ’ ύστερα εκείνα τα μυστικά χωράφια που πειραματιστήκαμε με την σεξουαλικότητα μας. Τα βλέπουμε ακόμη μερικοί. Με βλέμμα άψυχο. Πόσο τρομακτικό είναι το ωρίμασμα του ανθρώπου.

 

Υγ. Ποιός πληρώνει τον βαρκάρη, έμαθα ότι ήταν μια συνηθισμένη ερώτηση του αγαπημένου όλης της Κω Δαυίδ Καλούδη. Και ήρθε και κούμπωσε κάπως με τον θάνατο του. Απ’ την αρχαιότητα, μέχρι πολύ πρόσφατα στην Ελλάδα, έβαζαν στο στόμα του νεκρού ένα νόμισμα, για να το πάρει ο βαρκάρης Χάροντας και να τον περάσει μέσα απ’ τον Αχέροντα ποταμό στην «αντίπερα» όχθη. Νόμισμα δεν δώσαμε στον Δαυίδ. Τον προικίσαμε με όλη μας την αγάπη για την καλύτερη μεταχείριση απ’ τον τελευταίο του βαρκάρη. Τις αμέσως επόμενες μέρες μετά το θάνατο του, καταλάβαμε όλοι πόση αγνότητα εξέπεμπε η εικόνα του. Είναι Κυριακή 18 Μαΐου του 2020 και δεν άκουσα κανένα κακό λόγο γι’ αυτό τον άνθρωπο. Ένα πάνδημο αντίο για τον καλό και δικό μας άνθρωπο. Δεν είναι τυχαίο ό,τι τόσο πολλοί συμπολίτες μου τον αποχαιρέτησαν με δικά τους κείμενα σε σάιτ ειδήσεων και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ας μην αφήσω ανεκμετάλλευτη την αλληλουχία των σκέψεων μου. Να γράψω ότι το Χαρώνειο νόμισμα, για το οποίο έγραψα παραπάνω, μπορεί να ήταν δύο οβολοί που τοποθετούνταν αντί στο στόμα στα μάτια του νεκρού. Γι’ αυτά έμαθα μέσα από μια καταπληκτική ταινία του Παντελή Βούλγαρη με τίτλο Όλα είναι Δρόμος. Την είχα δει στην κινηματογραφική λέσχη του Πολυτεχνείου της Ξάνθης και μάλιστα ήταν και ο δημιουργός ανάμεσα μας. Μνήμες του τέλους της δεκαετίας του ενενήντα… της στολισμένης με τα τελευταία ξέφτια ατόφιου μεγαλειώδους ελληνικού πολιτισμού. Ύστερα πήρανε τα προσκήνια παντού οσφυοκάμπτες.

 

Κείμενο: Φώτης Θαλασσινός

 

 

4 Σχόλια

Σχολίασε
  1. πριν 1 εβδομάδα Περικλής

    Υπέροχο κείμενο φίλε Φώτη γεμάτο ανθρωπιά συναισθήματα και γνώση εθίμων και αντιλήψεων!!! Εμείς το έθιμο με το νόμισμα που βάζουμε για τον Ερμή τον ψυχοπομπο το τηρούμε ακόμη στα χωριά του Έβρου!!! Συγχαρητήρια για την ανάρτηση φίλε!!

    Απάντησε
  2. πριν 1 εβδομάδα Φώτης Θαλασσινός

    Σ' ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια Περικλή. Αλήθεια; στον Έβρο είναι ακόμη ζωντανό το έθιμο; πολύ συγκινητικό. Ο Ερμής είναι ο επίσημος ψυχοπομπός της αρχαίας ελληνικής θρησκείας.

    Απάντησε
  3. πριν 1 εβδομάδα Βακινα Δραμουντανη

    Δεν σταματάς να με εκπλησσεις, Φώτη μου! Να είσαι πάντα καλά ♥️

    Απάντησε
  4. πριν 1 εβδομάδα Φώτης Θαλασσινός

    Ευχαριστώ πολύ Βακίνα!

    Απάντησε

Σχολίασε

Όλα τα σχόλια
Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις απαιτούμενες πληροφορίες (*). Βασικός κώδικας HTML επιτρέπεται.